στάσις


στάσις
смута, распря

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "στάσις" в других словарях:

  • στάσις — στάσῑς , στάσις placing fem acc pl (epic doric ionic aeolic) στάσις placing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσις — εως, ἡ, ΜΑ βλ. στάση …   Dictionary of Greek

  • στάσι — στάσις placing fem voc sg στάσῑ , στάσις placing fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσεσι — στάσις placing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσεσιν — στάσις placing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσιας — στάσις placing fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσιες — στάσις placing fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσιν — στάσις placing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάσιος — στάσις placing fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στάση — η / στάσις, εως, ΝΜΑ 1. το να σταματά κάποιος ή κάτι, το να στέκεται ακίνητος, το σταμάτημα, η ακινησία (α. «στάση δέκα λεπτών» β. «οὐχ εὑρίσκει... στάσιν τῆς ἀναβάσεως», Γρηγ. Ναζ.) 2. άρνηση υπακοής στους νόμους ή στις αρχές, εξέγερση, ανταρσία …   Dictionary of Greek

  • ιππόστασις — ἱππόστασις, ἡ (Α) 1. ιπποστάσιο* 2. φρ. α) «Ἀελίου κνεφαία ίππόστασις» ο σκοτεινός στάβλος τού Ηλίου, δηλαδή η δύση, Ευρ. β) «Ἕω φαεννὰς Ἡλίου θ ἱπποστάσεις» ο φωτεινός στάβλος τών αλόγων τού Ηλίου, δηλαδή η ανατολή, (Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο)… …   Dictionary of Greek